ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
ΙΣΧΥΟΥΝ ΓΙΑ ΟΛΑ ΤΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΚΑΣΤΟΤΕ ΕΙΔΙΚΟΥΣ ΟΡΟΥΣ

ΑΡΘΡΟ 1: Αντικείμενο ασφαλίσεως
Μετά την επέλευση ασφαλιστικής περίπτωσης ο ασφαλιστής φροντίζει σύμφωνα με τους επόμενους όρους και αναλαμβάνει στα πλαίσια του άρθρου 2 τις σχετικές δαπάνες για την προάσπιση των εννόμων συμφερόντων του ασφαλισμένου, εφόσον αυτή είναι δίκαιη και αναγκαία κατά την κρίση του ασφαλιστή.

ΑΡΘΡΟ 2: Έκταση ασφαλιστικών παροχών
1. Ο ασφαλιστής αναλαμβάνει:
α. την καταβολή της αμοιβής ενός δικηγόρου, με βάση το Παράρτημα Ι του Ν.4194/2013 ή οιαδήποτε αναπροσαρμογή αυτού με νεωτέρα νομοθετική ρύθμιση. Κατά την κρίση του ασφαλιστή είναι δυνατή η εφαρμογή του αρ.58 παρ.1,2 του Ν.4194/2013, όπου και σε αυτήν την περίπτωση η αμοιβή δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη της καθοριζόμενης στο Παράρτημα Ι του Ν.4194/2013.
β. την καταβολή των δικαστικών εξόδων ή/και τελών, την καταβολή των νομίμων αμοιβών των δικαστικών επιμελητών, καθώς και των αποζημιώσεων των μαρτύρων και πραγματογνωμόνων που κλητευθήκαν ή διορίστηκαν από το δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατιμήσεις που ισχύουν κατά τον χρόνο της ασφάλισης.
γ. την καταβολή των δικαστικών δαπανών του αντιδίκου, στην έκταση που οι δαπάνες αυτές σύμφωνα με δικαστική απόφαση βαρύνουν τον ασφαλισμένο.
2. Ο ασφαλιστής δεν καταβάλλει εκείνα τα έξοδα ή/και τέλη, ή/και αμοιβές στις περιπτώσεις:
α. εξώδικου και μόνον συμβιβασμού, που δεν είναι ανάλογα του επιτευχθέντος συμβιβασμού, χωρίς την προηγούμενη έγκριση του ασφαλιστή.
β. που αν δεν υπήρχε ασφάλιση Νομικής Προστασίας, είναι ή θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλλει τρίτος.
γ. που δημιουργήθηκαν από υπαίτια παράλειψη του ασφαλισμένου.
δ. που αφορούν εξώδικες πραγματογνωμοσύνες.
ε. που από τη φύση τους δεν είναι δικαστικές, όπως ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, τα έξοδα δημοσιεύσεων και τις αμοιβές συμβολαιογράφων σε περιπτώσεις πλειστηριασμών, τα έξοδα μεταφοράς και φύλαξης κατασχεμένων, τα έξοδα και αμοιβές για εγγραφή υποθηκών ή προσημειώσεων, τα έξοδα δημοσιεύσεων για επιδόσεις σε αντιδίκους αγνώστου διαμονής, τις δαπάνες μεταφοράς προσωποκρατούμενων σε φυλακές, τα τροφεία κ.λπ.
3. Το ασφαλιστικό ποσό που συμφωνήθηκε αποτυπώνεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και είναι για κάθε ασφαλιστική περίπτωση, ή κατ’ έτος το ανώτατο όριο της ασφαλιστικής παροχής που πρέπει να καταβληθεί συνολικά στον ασφαλισμένο και τους συνασφαλισμένους.
Το ασφαλιστικό ποσό θα καταβληθεί μία μόνον φορά για όλες εκείνες τις ασφαλιστικές περιπτώσεις που συνδέονται μεταξύ τους χρονικά και επήλθαν από την ίδια αιτία.

ΑΡΘΡΟ 3: Τοπική έκταση της ασφαλιστικής προστασίας
Ασφαλιστική προστασία παρέχεται για ασφαλιστικές περιπτώσεις που επήλθαν στην Ελλάδα και στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την επιφύλαξη των όσων ορίζονται στους εκάστοτε Ειδικούς Όρους ασφάλισης.

ΑΡΘΡΟ 4: Έναρξη ασφαλιστικής προστασίας
1. Η έναρξη ισχύος του ασφαλιστηρίου αρχίζει από τις 24:00 της ημέρας που αναγράφεται στο ασφαλιστήριο. Σε περίπτωση μεταγενέστερης καταβολής του ασφαλίστρου, η ασφαλιστική κάλυψη αρχίζει από την επομένη της ημερομηνίας καταβολής του.
2. Εάν υπάρχουν διαφορές μεταξύ του ασφαλιστηρίου και οποιωνδήποτε άλλων ασφαλιστικών εγγράφων ή εντύπων που προέρχονται από αυτό, συμφωνείται ότι η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίστηκε όπως προκύπτει μόνον από το ασφαλιστήριο, εκτός εάν ο ασφαλισμένος κάνει χρήση της ΔΗΛΩΣΗΣ ΕΝΑΝΤΙΩΣΗΣ (άρθρο 2 παρ.5, 6 Ν.2496/97) εντός του προβλεπόμενου από τον Νόμο χρονικού διαστήματος και απαιτήσει τη διόρθωση ή την τροποποίησή του.

ΑΡΘΡΟ 5: Καταβολή ασφαλίστρου
1. Το ασφάλιστρο είναι ετήσιο και προκαταβάλλεται με εφάπαξ καταβολή. Μπορεί να συμφωνηθεί και καταβολή του ασφαλίστρου σε προκαταβαλλόμενες δόσεις. Η ασφαλιστική κάλυψη δεν αρχίζει πριν την καταβολή του εφάπαξ ασφαλίστρου ή της πρώτης δόσης της τμηματικής καταβολής.
2. Εάν ο ασφαλισμένος γίνει υπερήμερος ως προς την καταβολή οποιασδήποτε ληξιπρόθεσμης δόσης, ο ασφαλιστής, με επιφύλαξη κάθε άλλου δικαιώματός του, απαλλάσσεται από την υποχρέωσή του για ασφαλιστική κάλυψη για όλες εκείνες τις ασφαλιστικές περιπτώσεις, που επήλθαν κατά το διάστημα της υπερημερίας, ή κατά την ημέρα εξόφλησης της ληξιπρόθεσμης οφειλής.
3. Ανεξάρτητα από το δικαίωμα του ασφαλιστή που προσδιορίζεται στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο, ο ασφαλιστής διατηρεί σε περίπτωση υπερημερίας του ασφαλισμένου, το δικαίωμα να ακυρώσει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο μετά την άκαρπη παρέλευση προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία έναρξης της αντίστοιχης ασφαλιστικής περιόδου.
4. Το ασφάλιστρο, το δικαίωμα συμβολαίου, ο φόρος ασφαλίστρων και οι επιβαρύνσεις επί του συμβολαίου βαρύνουν τον αντισυμβαλλόμενο.
5. Η εξόφληση του ασφαλίστρου γίνεται είτε με καταβολή μετρητών, απευθείας από τον ασφαλισμένο στα γραφεία του ασφαλιστή, είτε με χρήση χρεωστικής ή και πιστωτικής κάρτας, είτε με κατάθεση στον τραπεζικό λογαριασμό του ασφαλιστή, είτε με ηλεκτρονική μεταφορά χρημάτων (web banking).

ΑΡΘΡΟ 6: Διάρκεια σύμβασης
Η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στο ασφαλιστήριο. Η σύμβαση ανανεώνεται σιωπηρά για έναν ακόμη χρόνο κάθε φορά, εάν δεν δοθεί έγγραφη ειδοποίηση στον ασφαλιστή για μη ανανέωσή της, δύο (2 ) μήνες πριν τη λήξη της και με την προϋπόθεση της συναίνεσης του ασφαλιστή για την ανανέωση του ασφαλιστηρίου.
Αν η διάρκεια της ασφάλισης είναι μικρότερη του ενός έτους, ή αν έχει εκ των προτέρων συμφωνηθεί η μη ανανέωση της σύμβασης, η σύμβαση δεν ανανεώνεται μετά την πάροδο του χρόνου που συμφωνήθηκε.

ΑΡΘΡΟ 7: Αύξηση ή ελάττωση του κινδύνου
1. Εάν υπάρξει κάποιο ουσιώδες γεγονός για την αξιολόγηση και ανάληψη του ασφαλιστικού κινδύνου, που να δικαιολογεί σύμφωνα με τους κανόνες ανάληψης κινδύνου του ασφαλιστή την καταβολή μεγαλύτερου ασφαλίστρου από εκείνο που συμφωνήθηκε, ο ασφαλιστής μπορεί να απαιτήσει το ασφάλιστρο που προκύπτει από τον μεγαλύτερο κίνδυνο, από το χρονικό σημείο που επήλθε το ουσιώδες γεγονός.
2. Αν μετά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης υπάρξει κάποιο ουσιώδες γεγονός για την αξιολόγηση και ανάληψη του ασφαλιστικού κινδύνου, που να δικαιολογεί σύμφωνα με τους κανόνες ανάληψης κινδύνου του ασφαλιστή, την καταβολή ενός μικρότερου ασφαλίστρου από εκείνο που συμφωνήθηκε, ο ασφαλισμένος μπορεί να απαιτήσει τη μείωση του ασφαλίστρου από το χρονικό σημείο που επήλθε το ουσιώδες γεγονός. Αν ο ασφαλισμένος ανακοινώσει το γεγονός αυτό μετά την πάροδο ενός μηνός από την επέλευσή του, η μείωση αρχίζει να ισχύει από τη λήψη της ανακοίνωσης.

ΑΡΘΡΟ 8: Νομική θέση τρίτων
1. Ο ασφαλιστής παρέχει ασφαλιστική προστασία για διεκδίκηση αξιώσεων φυσικών προσώπων που έχουν εκ του Νόμου το δικαίωμα να διεκδικήσουν δικές τους αξιώσεις αποζημίωσης λόγω θανάτωσης ή/και τραυματισμού, ή/και βλάβη της υγείας του ασφαλισμένου.
2. Εκτός αν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά η άσκηση όλων των δικαιωμάτων από την ασφαλιστική σύμβαση ανήκει στον ασφαλισμένο. Ο ασφαλιστής όμως δικαιούται να παρέχει ασφαλιστική προστασία στους συνασφαλισμένους τρίτους, εφόσον δεν εναντιώνεται ο ασφαλισμένος.
3. Δεν παρέχεται ασφαλιστική προστασία για την προάσπιση εννόμων συμφερόντων των συνασφαλισμένων με το ίδιο ασφαλιστήριο εναντίον αλλήλων ή εναντίον του ασφαλισμένου.
4. Όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του ασφαλισμένου από τους όρους αυτούς ισχύουν ανάλογα υπέρ και κατά των τρίτων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2.

ΑΡΘΡΟ 9: Επέλευση ασφαλιστικής περίπτωσης
1. Αν πρόκειται για αξιώσεις αποζημιώσεων που απορρέουν από διατάξεις νόμων περί αστικής ευθύνης, η ασφαλιστική περίπτωση θεωρείται ότι επέρχεται από το χρονικό σημείο που συνέβη το ζημιογόνο γεγονός, πάνω στο οποίο στηρίζεται η αξίωση .
2. Αν πρόκειται για παράβαση ποινικής ή αστυνομικής διάταξης, η ασφαλιστική περίπτωση θεωρείται ότι επέρχεται από το χρονικό σημείο, που ο ασφαλισμένος άρχισε, ή υποστηρίζεται πως άρχισε να παραβαίνει τη διάταξη.
3. Με την επιφύλαξη των όσων ορίζονται στο παρόν, η ασφαλιστική περίπτωση θεωρείται ότι επέρχεται από το χρονικό σημείο που ο ασφαλισμένος, ο αντίδικος ή τρίτος για πρώτη φορά αποδεδειγμένα άρχισε να αθετεί συμβατικές υποχρεώσεις ή να παραβαίνει διατάξεις Νόμου.

ΑΡΘΡΟ 10: Υποχρεώσεις ασφαλισμένου μετά την επέλευση ασφαλιστικής περίπτωσης
1. Μόλις επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, ο ασφαλισμένος είναι υποχρεωμένος να:
α. ενημερώσει πλήρως τον ασφαλιστή σχετικά με τα αληθινά περιστατικά της ασφαλιστικής περίπτωσης, να υποδείξει τα αποδεικτικά μέσα και τα υπόλοιπα έγγραφα και δικαιολογητικά και να τα διαθέσει στον ασφαλιστή, μόλις εκείνος τα ζητήσει.
β. δώσει πληρεξουσιότητα στον δικηγόρο που θα αναλάβει σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ.2 να προασπίσει τα συμφέροντά του και να τον ενημερώσει πλήρως σχετικά με τα αληθινά περιστατικά της υπόθεσης, να του υποδείξει τα αποδεικτικά μέσα, κυρίως τα ονόματα και τις διευθύνσεις των μαρτύρων, να του γνωρίσει σχετικά κάθε χρήσιμη πληροφορία και να του προσκομίσει τα αναγκαία έγγραφα και δικαιολογητικά.
γ. πάρει την έγγραφη έγκριση κάλυψης του ασφαλιστή πριν λάβει μέτρα που δημιουργούν δαπάνες όπως εγέρσεις αγωγών ή ενδίκων μέσων. Επίσης ο ασφαλισμένος οφείλει να αποφεύγει κάθε τι που θα αύξανε αδικαιολόγητα το ύψος των δαπανών.
δ. υποβάλλει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τις αποδείξεις δικηγορικών και δικαστικών δαπανών στον ασφαλιστή.
2. Αν ο ασφαλισμένος αθετήσει υπαίτια οποιαδήποτε υποχρέωσή του που απορρέει από την παρούσα ασφαλιστική σύμβαση ή παραβεί υπαίτια οποιονδήποτε όρο αυτής, τότε ο ασφαλιστής απαλλάσσεται από την υποχρέωση παροχής ασφαλιστικής κάλυψης.

ΑΡΘΡΟ 11: Εκλογή δικηγόρου και ανάθεση εντολής
1. Ο ασφαλισμένος έχει το δικαίωμα να επιλέξει ελεύθερα τον δικηγόρο που θα αναλάβει την προάσπιση των εννόμων συμφερόντων του. Αν ο ασφαλισμένος παραλείψει να ασκήσει το δικαίωμά του αυτό ή να ενημερώσει εγγράφως τον ασφαλιστή για τον δικηγόρο που επιθυμεί να προασπίσει τα έννομα συμφέροντά του, τότε ο ασφαλιστής δύναται να ασκήσει ο ίδιος αυτό το δικαίωμα για λογαριασμό του ασφαλισμένου.
2. Η εντολή προς τον δικηγόρο δίνεται μόνον από τον ασφαλιστή «ονόματι και εντολή» του ασφαλισμένου. Αν ο ασφαλισμένος δώσει απευθείας εντολή σε δικηγόρο, ο ασφαλιστής δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει ασφαλιστική κάλυψη, εκτός αν η παράλειψη της χορήγησης εντολής σε δικηγόρο απευθείας από τον ασφαλισμένο θα είχε σαν συνέπεια τον αναμφίβολο κίνδυνο για τη διασφάλιση των εννόμων συμφερόντων του ασφαλισμένου και δεν υπήρχε άλλος τρόπος αποτροπής του κινδύνου αυτού. Στην περίπτωση αυτή, ο ασφαλισμένος είναι υποχρεωμένος να γνωστοποιήσει αμέσως στον ασφαλιστή την απευθείας χορήγηση εντολής σε δικηγόρο.
3. Ο δικηγόρος ευθύνεται απέναντι στον ασφαλισμένο σύμφωνα με τις αρχές και τους κανόνες που διέπουν την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος. Ο ασφαλιστής δεν φέρει καμία ευθύνη για τις πράξεις ή παραλείψεις του δικηγόρου.

ΑΡΘΡΟ 12: Λοιπές υποχρεώσεις και δικαιώματα του ασφαλιστή
1. Ο ασφαλιστής έχει το δικαίωμα και εφόσον το ζητήσει ο ασφαλισμένος την υποχρέωση, πριν από την ανάθεση εντολής σε δικηγόρο, να προασπίσει τα συμφέροντα του ασφαλισμένου καταβάλλοντας προσπάθεια για την εξώδικη επίλυση της υπόθεσης.
2. Ο ασφαλιστής μπορεί να εξετάσει, αν η προάσπιση των εννόμων συμφερόντων του ασφαλισμένου είναι αναγκαία σύμφωνα με το άρθρο 1. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου ως προς την ανάγκη προάσπισης των εννόμων συμφερόντων του ασφαλισμένου ή/και το είδος και την έκταση των δικαστικών ενεργειών που απαιτούνται ενώπιον δικαστικής ή διοικητικής αρχής, ο ασφαλισμένος μπορεί να προσκομίσει αιτιολογημένη γνωμοδότηση δικηγόρου της επιλογής του, σχετικά με την ανάγκη ή μη της προάσπισης και τις απαιτούμενες ενέργειες.
Αν ο ασφαλισμένος δεν αποδέχεται τη γνωμοδότηση αυτή ή αν ο ασφαλιστής κρίνει ότι η γνωμοδότηση απομακρύνεται από την ορθή νομική και πραγματική βάση της υπόθεσης, τότε είτε ο ασφαλισμένος είτε ο ασφαλιστής δύναται να προκαλέσει τη διαιτητική επίλυση από διαιτητή κοινής αποδοχής.
Σε περίπτωση διαφωνίας ως προς το πρόσωπο του διαιτητή, ο διορισμός του γίνεται κατά το άρθρο 878 Κ.Πολ.Δ.
Οι δαπάνες για τις ανωτέρω ενέργειες βαρύνουν τον ασφαλιστή εφόσον με τις ενέργειες αυτές κριθεί αναγκαία η προάσπιση των συμφερόντων του ασφαλισμένου, άλλως βαρύνουν τον ασφαλισμένο.
Εάν ο ασφαλισμένος, παρά την αντίθετη απόφαση του διαιτητή προσφύγει σε δικαστική ή διοικητική αρχή, βαρύνεται με τις σχετικές δαπάνες, σε περίπτωση ολοσχερούς ήττας του, διαφορετικά οι δαπάνες αυτές επιμερίζονται ανάλογα με την έκταση της κατ’ ουσίαν ήττας προς τη νίκη του.

ΑΡΘΡΟ 13: Καταγγελία μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου
Μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, ο ασφαλιστής και ο ασφαλισμένος διατηρούν το δικαίωμα να καταγγείλουν την ασφαλιστική σύμβαση. Σε περίπτωση καταγγελίας εκ μέρους του ασφαλιστή, τα αποτελέσματα της καταγγελίας επέρχονται την 30ή ημέρα από την γνωστοποίηση αυτής στον ασφαλισμένο. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής, τα μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα ανήκουν στον ασφαλισμένο.

ΑΡΘΡΟ 14: Απόδοση δικαστικών δαπανών στον ασφαλιστή
1. Απαιτήσεις του ασφαλισμένου για την απόδοση σε αυτόν δικαστικών ή εξώδικων δαπανών από ενέργειες προάσπισης των συμφερόντων του για τις οποίες ο ασφαλιστής παρείχε ασφαλιστική κάλυψη στα πλαίσια του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, μεταβιβάζονται στον ασφαλιστή μόλις γεννηθούν. Τέτοιες δαπάνες που επιστράφηκαν ήδη στον ασφαλισμένο αποδίδονται από τον τελευταίο, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, στον ασφαλιστή.
2. Ο ασφαλισμένος είναι υποχρεωμένος να υποστηρίζει με κάθε τρόπο τον ασφαλιστή κατά την προσπάθεια ανάκτησης ή/και κατά την άσκηση αξιώσεων έναντι τρίτου για απαιτήσεις απόδοσης των δικαστικών ή εξωδίκων δαπανών της προηγούμενης παραγράφου. Ιδιαίτερα είναι υποχρεωμένος να παραδώσει σε πρώτη ζήτηση τα αναγκαία έγγραφα που αποδεικνύουν την ύπαρξη της απαίτησης και το λοιπό αποδεικτικό υλικό.

ΑΡΘΡΟ 15: Εκχώρηση ασφαλιστικών απαιτήσεων
Οι ασφαλιστικές απαιτήσεις δεν μπορούν να εκχωρηθούν, ή να ενεχυριασθούν, εκτός αν ο ασφαλιστής συμφωνήσει εγγράφως.

ΑΡΘΡΟ16: Συμψηφισμός
Ο ασφαλιστής δύναται να συμψηφίζει κάθε απαίτηση του ασφαλισμένου προς αυτόν με απαιτήσεις του έναντι του ασφαλισμένου.

ΑΡΘΡΟ 17: Παραγραφή
Οι αξιώσεις του ασφαλισμένου απέναντι στον ασφαλιστή παραγράφονται μετά από τέσσερα χρόνια από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν.

ΑΡΘΡΟ 18: Επικοινωνία, ανακοινώσεις, δηλώσεις
1. Όλες οι ανακοινώσεις και δηλώσεις του ασφαλισμένου πρέπει να είναι έγγραφες και να απευθύνονται στα κεντρικά γραφεία του ασφαλιστή στην Αθήνα. Ο ασφαλισμένος υποχρεούται να ενημερώσει εγγράφως, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, τον ασφαλιστή για τυχόν αλλαγή των στοιχείων επικοινωνίας με αυτόν.
2. Συμφωνίες μεταξύ του ασφαλισμένου και ασφαλιστικών διαμεσολαβητών , αντιπροσώπων ή υπαλλήλων του ασφαλιστή, ισχύουν μόνον αν επικυρωθούν εγγράφως από τον ασφαλιστή.

ΑΡΘΡΟ 19: Προστασία προσωπικών δεδομένων
Για τα προσωπικά δεδομένα του ασφαλισμένου φυσικού προσώπου καθώς και, στην περίπτωση ασφαλισμένου νομικού προσώπου, του φυσικού προσώπου που εκπροσωπεί αυτό, ο ασφαλιστής εφαρμόζει όσα ορίζονται από το Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων (ΕΕ) 2016/679 και την εκάστοτε ισχύουσα στην Ελλάδα νομοθεσία σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Ο τρόπος με τον οποίο ο ασφαλιστής επεξεργάζεται τα προσωπικά δεδομένα του ασφαλισμένου περιγράφεται αναλυτικά στη Δήλωση Ενημέρωσης του ασφαλιστή σχετικά με την Επεξεργασία των Προσωπικών Δεδομένων, η οποία χορηγείται εγγράφως στον ασφαλισμένο με την αίτηση ασφάλισης. Η «Ενημέρωση σχετικά με την επεξεργασία των Προσωπικών Δεδομένων» βρίσκεται επίσης αναρτημένη στο διαδικτυακό τόπο του ασφαλιστή στη διεύθυνση: https://www.das.gr.
Ο ασφαλισμένος μπορεί οποτεδήποτε να ασκήσει τα δικαιώματα ενημέρωσης, πρόσβασης και διόρθωσης των Προσωπικών Δεδομένων που τον αφορούν.
Επιπλέον, και υπό τον όρο ότι πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις, ο ασφαλισμένος μπορεί να ασκήσει:
1. Το δικαίωμα διαγραφής των Προσωπικών του Δεδομένων,
2. Το δικαίωμα στον περιορισμό της επεξεργασίας των Προσωπικών του Δεδομένων,
3. Το δικαίωμα στη φορητότητα των Δεδομένων,
4. Το δικαίωμα εναντίωσης στην επεξεργασία, συμπεριλαμβανομένης της αυτοματοποιημένης λήψης αποφάσεων και της κατάρτισης προφίλ,
5. Το δικαίωμα να ανακαλέσει τη συγκατάθεσή του στην επεξεργασία οποτεδήποτε, χωρίς να θιγεί η νομιμότητα της επεξεργασίας που βασίστηκε στη συγκατάθεση πριν από την ανάκλησή της, και
6. Το δικαίωμα να υποβάλει καταγγελία στην αρμόδια εποπτική αρχή.
Εάν ο ασφαλισμένος έχει ερωτήσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ο ασφαλιστής επεξεργάζεται τα προσωπικά του δεδομένα ή επιθυμεί να ασκήσει τα δικαιώματά του ή να λάβει αντίγραφο της τελευταίας έκδοσης της Ενημέρωσης του ασφαλιστή, μπορεί να επικοινωνήσει με τον Υπεύθυνο Προστασίας Δεδομένων του ασφαλιστή χρησιμοποιώντας τα παρακάτω στοιχεία επικοινωνίας:
- μέσω e-mail: στην ηλεκτρονική διεύθυνση dpo@das.gr
- μέσω ταχυδρομείου: στη διεύθυνση της D.A.S. Hellas, Λ. Βουλιαγμένης 411, Τ.Κ. 163 46 Ηλιούπολη, υπόψιν Υπευθύνου Προστασίας Δεδομένων.

ΑΡΘΡΟ 20: Αρμοδιότητα δικαστηρίων
Συμφωνείται ρητά ότι αρμόδια για την επίλυση διαφορών μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου από το ασφαλιστήριο, σύμφωνα με τους όρους αυτούς είναι τα δικαστήρια της Αθήνας και εφαρμοστέο δίκαιο είναι το ελληνικό.